
Η συγκίνησή του ήταν μεγάλη, όμως έπρεπε να συγκρατηθεί για να μην τον αναγνωρίσουν. Στο κατώφλι είδε να κυλιέται γερασμένος, βρόμικος και λιγδερός ο αγαπημένος σκύλος του, ο Άργος. Αυτός ήταν ένα δυνατό κυνηγετικό σκυλί που δεν του ξέφευγε θήραμα. Πέρασαν όμως τα χρόνια και επιπλέον δεν υπήρχε κανένας να το φροντίζει συστηματικά. Μόλις αντίκρισε τον κύριό του ο Άργος, τον γνώρισε αμέσως, αλλά δεν μπορούσε ούτε να σηκωθεί για να πάει κοντά του• μόνο έβγαλε δυο τρεις παραπονιάρικες φωνές και ξεψύχησε.

Λίγο πριν πέσουν όλοι για ύπνο, η Πηνελόπη εκμυστηρεύτηκε στον Οδυσσέα ζητιάνο το όνειρο που είχε δει την προηγούμενη νύχτα. Ένας αϊτός όρμησε και κατασπάραξε είκοσι χήνες που ανέτρεφε η ίδια με χαρά. Μετά ο αϊτός με ανθρώπινη φωνή της εξήγησε πως ήταν ο Οδυσσέας που εξόντωσε τους μνηστήρες. Το όνειρο βέβαια ήταν ξεκάθαρο, αλλά η πιστή γυναίκα φοβόταν μήπως ήταν από τα ψεύτικα που ξεγελούσαν τους ανθρώπους.
Στη συνέχεια η Πηνελόπη αποκάλυψε στον ξένο πως θα έβαζε τους μνηστήρες ν' αγωνιστούν σ' ένα παράξενο αγώνισμα που τα κατάφερνε ο Οδυσσέας• θα έβαζε δώδεκα τσεκούρια στη σειρά και θα τους προκαλούσε να περάσουν μια σαΐτα από τις δώδεκα τρύπες. Ο Οδυσσέας την παρακίνησε να πραγματοποιήσει τη σκέψη της όσο το δυνατό πιο γρήγορα. Με τις κουβέντες η ώρα πέρασε και σε λίγο αποσύρθηκαν και οι δυο για ύπνο.
Ο Οδυσσέας πλάγιασε στον πρόδομο του παλατιού, γιατί ήθελε να παρακολουθεί τις κινήσεις των ανθρώπων του σπιτιού. Όταν είδε τις ανήθικες βάγιες να ξεπορτίζουν για να κοιμηθούν στα σπίτια των μνηστήρων, η οργή του ήταν απέραντη, αλλά η Αθηνά στάθηκε δίπλα του, τον καθησύχασε και του έδωσε γλυκό ύπνο.

Την άλλη μέρα άρχισαν από νωρίς οι προετοιμασίες για τη γιορτή του Απόλλωνα, που γινόταν κάθε πρώτη του μήνα. Κάποιες υπηρέτριες καθάριζαν το σπίτι και άλλες πήγαν στη βρύση για νερό. Σε λίγο έφτασε ο Εύμαιος με τρία διαλεχτά θρεφτάρια από το κοπάδι του και ο Μελάνθιος σαλαγώντας τις πιο καλές του γίδες. Επίσης εμφανίστηκε και ένας τρίτος βοσκός, ο Φοιλίτιος, που έφερνε στους μνηστήρες στέρφες δαμάλες. Αυτός έμοιαζε στο χαρακτήρα με τον καλόκαρδο Εύμαιο. Συγκινήθηκε πολύ όταν είδε τον ξένο ζητιάνο, γιατί του θύμισε έντονα στην όψη τον αγαπημένο του αφέντη, τον Οδυσσέα.
Σε λίγο άρχισαν να καταφτάνουν στο παλάτι οι μνηστήρες. Το γλέντι στρώθηκε για τα καλά. Ο Τηλέμαχος έβαλε παράμερα ένα μικρό τραπεζάκι για να κάτσει ο Οδυσσέας. Τότε ο Κτήσιππος, ο πιο διεστραμμένος από τους μνηστήρες, πρόσβαλε τον Οδυσσέα πετώντας του ένα μπούτι βοδινό. Ο Τηλέμαχος εξοργίστηκε και με αυστηρά λόγια κατέκρινε τους μνηστήρες που έτρωγαν το βιος του. Ο Αγέλαος τον συμβούλεψε να πείσει τη μητέρα του να δεχτεί έναν απ' όλους για άντρα της, ώστε να τελειώσουν τα βάσανά του. Έπειτα εμφανίστηκε στη σάλα η Πηνελόπη συνοδευόμενη από πολλές δούλες που κουβαλούσαν το τόξο του Οδυσσέα και τη φαρέτρα του, καθώς και δώδεκα τσεκούρια. Τότε ανακοίνωσε πως όποιος από τους μνηστήρες θα λύγιζε τη χορδή του τόξου και θα περνούσε μια σαΐτα μέσα από τις τρύπες των τσεκουριών θα γινόταν άντρας της. Αμέσως ο Τηλέμαχος ζήτησε να δοκιμάσει για να δει αν ήταν άξιος να αναλάβει την περιουσία του πατέρα του ζορίστηκε αρκετά και θα τα κατάφερνε, μα ένα νεύμα του Οδυσσέα τον συγκράτησε.

Μετά άρχισαν ένας ένας οι μνηστήρες. Πρώτος δοκίμασε ο Λειώδης, ο γιος του Οίνοπα, που όμως δεν κατάφερε να τεντώσει το δοξάρι. Στη συνέχεια προσπάθησαν κι άλλοι, μα του κάκου. Όμως ο Ευρύμαχος και ο Αντίνοος, οι πιο δυνατοί από τους μνηστήρες, δεν είχαν δοκιμάσει ακόμη.
Ο Οδυσσέας είδε σε κάποια στιγμή τον Εύμαιο και τον Φοιλίτιο να βγαίνουν έξω στην αυλή. Τους ακολούθησε και με φιλικά λόγια τους ρώτησε ποια θα ήταν η αντίδρασή τους, αν εμφανιζόταν εκείνη τη στιγμή ο αφέντης τους στο παλάτι. Αυτοί χωρίς να το σκεφτούν καν, ορκίστηκαν πως θα τον βοηθούσαν να εξοντώσει τους μνηστήρες. Τότε τους αποκάλυψε την αληθινή του ταυτότητα και τους υποσχέθηκε πως αν τον βοηθούσαν στ' αλήθεια, θα τους έδινε όμορφη γυναίκα και χωράφια και θα τους είχε σαν συγγενείς του. Έπειτα, για να τον πιστέψουν, τους έδειξε την πληγή που είχε αναγνωρίσει το προηγούμενο βράδυ η Ευρύκλεια. Μετά τις αγκαλιές και τα φιλιά που αντάλλαξαν οι τρεις άντρες κατέστρωσαν προσεχτικά το σχέδιο της μνηστηροφονίας. Αφού τους έδωσε σαφείς οδηγίες, επέστρεψαν στην αίθουσα.

Στο μεταξύ ο Εύμαιος έδωσε το τόξο στον Οδυσσέα και στη συνέχεια είπε στην Ευρύκλεια να ασφαλίσει καλά όλες τις πόρτες του παλατιού σε περίπτωση που άκουγαν βογκητά αντρών καμιά από τις δούλες να μην πλησίαζε στη σάλα, αλλά να συνέχιζαν αμίλητες τη δουλειά τους. Επίσης ο Φοιλίτιος έκλεισε καλά τις αυλόπορτες δένοντάς τες με καραβόσκοινο. Μετά ξανακάθισε στο σκαμνί του και παρακολουθούσε τον Οδυσσέα που περιεργαζόταν το τόξο του. Σε λίγο αυτός τέντωσε τη χορδή του τόξου με μεγάλη ευκολία και εκτόξευσε ένα βέλος που πέρασε μονομιάς μέσα από τα δώδεκα τσεκούρια και βγήκε από την άλλη μεριά. Οι μνηστήρες όλοι απόμειναν να κοιτούν σαστισμένοι, ενώ ο πολύπαθος άντρας έγνεψε στον Τηλέμαχο με τα μάτια, κι αυτός πήρε το κοντάρι στο χέρι και φόρεσε την πανοπλία του.
Ο Οδυσσέας πέταξε τα κουρέλια που φορούσε και στάθηκε στο κατώφλι της κύριας εισόδου για να έχει τα νώτα του ασφαλισμένα και τους μνηστήρες εγκλωβισμένους. Σώριασε μπροστά του τις σαΐτες της φαρέτρας για να τις έχει πρόχειρες και έριξε την πρώτη στον Αντίνοο, την ώρα που σήκωνε το ποτήρι του να πιεί κρασί. Η σαΐτα τον πέτυχε στο λαιμό και βγήκε από το σβέρκο• από τα ρουθούνια του έτρεξε πηχτό αίμα και έπεσε νεκρός πάνω στο τραπέζι με τα φαγητά.
Οι μνηστήρες δεν πίστευαν όσα έβλεπαν τα μάτια τους. Αμέσως όρμησαν να πάρουν τα κοντάρια και τις ασπίδες που κρέμονταν στους τοίχους, αλλά διαπίστωσαν πως έλειπαν όλα. Απείλησαν τον ξένο, που ακόμη δεν κατάλαβαν ποιος ήταν, πως θα είχε πολύ άσχημο τέλος, γιατί σκότωσε ένα από τα πιο σημαντικά αρχοντόπουλα της Ιθάκης. Τότε ο Οδυσσέας τους αποκάλυψε την ταυτότητά του.
- Σκυλιά, πιστεύατε πως δε θα γύριζα ποτέ πίσω και τρώγατε το βιος μου, πλαγιάζατε με τις δούλες μου και θέλατε να παντρευτείτε τη γυναίκα μου, χωρίς να υπολογίζετε μήτε την οργή των θεών μήτε τη δικιά μου.
Η ΠΙΣΤΗ ΣΟΥ ΜΕΤΑΚΙΝΕΙ ΒΟΥΝΑ; Η ΤΑ ΒΟΥΝΑ ΜΕΤΑΚΙΝΟΥΝ ΤΗΝ ΠΙΣΤΗ ΣΟΥ;

